Εκτεταμένη αστυνομική επιχείρηση διάρκειας τριών ημερών στο Χονγκ Κονγκ οδήγησε στην εξάρθρωση φερόμενου κυκλώματος παράνομων τυχερών παιχνιδιών και στοιχήματος, το οποίο κατηγορείται ότι διαχειρίστηκε περισσότερα από €35 εκατομμύρια, καθώς η στοιχηματική δραστηριότητα ενόψει του Παγκοσμίου Κυπέλλου βρίσκεται σε έξαρση.
👉 Δείτε τα καλύτερα καζίνο online live
Το Γραφείο Οργανωμένου Εγκλήματος του Χονγκ Κονγκ ανακοίνωσε ότι 150 άτομα συνελήφθησαν μεταξύ 12 και 14 Ιουνίου, έπειτα από εφόδους στις οποίες συμμετείχαν περίπου 600 αστυνομικοί.
Οι αρχές κατέσχεσαν επίσης περίπου €110.000 σε μετρητά και τιμαλφή αξίας περίπου €440.000. Η επιχείρηση οδήγησε στο κλείσιμο τεσσάρων κέντρων επεξεργασίας στοιχημάτων, τριών κέντρων προώθησης και διαχείρισης, καθώς και ενός χώρου που χρησιμοποιούνταν για την προσέλκυση παικτών και τη δημιουργία «εικονικών λογαριασμών».
Σύμφωνα με την αστυνομία, 18 από τους συλληφθέντες είχαν διασυνδέσεις με εγκληματικές οργανώσεις και περιλαμβάνουν φερόμενους αρχηγούς του κυκλώματος, εργαζόμενους χαμηλότερων βαθμίδων και κατόχους τραπεζικών λογαριασμών που χρησιμοποιούνταν για τη διακίνηση χρημάτων.
Στοιχήματα υψηλού ρίσκου
Οι αρχές υποστηρίζουν ότι το κύκλωμα διαχειριζόταν τουλάχιστον οκτώ ιστοσελίδες που προσέφεραν στοιχήματα σε ποδόσφαιρο, ιπποδρομίες και άλλα αθλήματα, με στόχο παίκτες εντός του Χονγκ Κονγκ.
Τα πονταρίσματα που διακινούνταν μέσω του δικτύου κυμαίνονταν από περίπου €1.100 έως και €33.600 ανά δελτίο, γεγονός που δείχνει ότι απευθυνόταν κυρίως σε παίκτες υψηλών ποσών.
«Προτρέπουμε το κοινό να μην συμμετέχει σε παράνομο στοιχηματισμό κατά τη διάρκεια του Παγκοσμίου Κυπέλλου, που αποτελεί περίοδο αιχμής για τέτοιες δραστηριότητες», δήλωσε ο αστυνομικός διευθυντής Ου Γιουνγκ Τακ.
«Οποιοσδήποτε στοιχηματίζει μέσω παράνομου bookmaker, είτε εντός είτε εκτός Χονγκ Κονγκ, διαπράττει αδίκημα», πρόσθεσε.
Από τη νομιμοποίηση του ποδοσφαιρικού στοιχήματος το 2003, η αγορά έχει εξελιχθεί σε τεράστια πηγή εσόδων. Μόνο πέρυσι οι παίκτες πόνταραν περίπου €18,9 δισεκατομμύρια στο ποδόσφαιρο, αποφέροντας περίπου €1,1 δισεκατομμύρια στα δημόσια ταμεία.

